
"Οι εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Αν μπορούσαν θα ήταν παράνομες" ή "Δεν θα τους νομιμοποιήσω με την συμμετοχή ή την ψήφο μου".
Πόσο ορθές είναι θέσεις σαν τις παραπάνω, που προβάλλονται ιδιαίτερα στην παρούσα χρονική στιγμή;
Οι εκλογές από μόνες τους πραγματικά δεν μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση, καθώς δεν είναι δημοκρατία η ψήφος "αντιπροσώπου" μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια.
Όμως οι παραπάνω θέσεις δεν απαντούν στο ερώτημα "Τι βοηθάει περισσότερο στην διατήρησή του παρόντος καθεστώτος και τι το νομιμοποιεί περισσότερο; Η συμμετοχή ή η αποχή από μια εκλογική διαδικασία;"
Όταν έχουμε να προτιμήσουμε μεταξύ κακών το λογικότερο είναι να επιλέξουμε το λιγότερο κακό. Με βάση το παρόν εκλογικό σύστημα, το ποσοστό της αποχής δεν υπολογίζεται στα τελικά ποσοστά των κομμάτων και πρακτικά το αποτέλεσμα της αποχής μας, είναι η εκχώρηση αυτής της επιλογής μας σε όσους συμμετέχουν. Συνεπώς, η αποχή ισοδυναμει με μια από τις κακές επιλογές και σίγουρα όχι με αυτή που εμείς θα κρίναμε ως την λιγότερο κακή.
Με δεδομένο το πλαίσιο της υφιστάμενης ψευτο-δημοκρατίας, εάν δημιουργεί ηθικό πρόβλημα η ψήφος μιας κακής επιλογής, τότε το προαναφερόμενο πρακτικό αποτέλεσμα της αποχής θα έπρεπε να δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερο ηθικό ενδοιασμό.
Οι εκλογές είναι από τα ελάχιστα ψήγματα δημοκρατίας του παρόντος πολιτεύματος, που η ολιγαρχία που πραγματικά εξουσιάζει αναγκάζεται να χρησιμοποιεί ως ένδυμα για να καλύψει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Είναι πιο επωφελές να εκμεταλλευόμαστε αυτή την ανάγκη του υπάρχοντος συστήματος διευκολύνοντας έτσι κάθε περαιτέρω ενέργειά μας.
Εάν εκτιμούμε πως οι υποψήφιοι συνδυασμοί είναι εχθρικοί προς τα ιδανικά και τα συμφέροντά μας, οι εκλογές μπορούν να εκληφθούν ως δυνατότητα επιλογής του λιγότερο επικίνδυνου εχθρού ή του ευκολότερου στην αντιμετώπιση αντιπάλου.
Η μόνη περίπτωση που η αποχή ίσως να είναι προτιμητέα, είναι αν με βεβαιότητα κρίνουμε πώς οι διαθέσιμες επιλογές θα έχουν απολύτως το ίδιο αποτέλεσμα.
Όμως ειδικότερα οι εκλογές που ακολουθούν είναι ιστορικά κρίσιμες καθώς σε αυτές διακυβεύεται η συνέχιση ή η ανατροπή του ξεπουλήματος των δημόσιων και ιδιωτικών περιουσιών και των δικαιωμάτων των Ελλήνων, μέσω των ήδη υπογεγραμμένων από τις προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες μνημονίων, το οποίο εντάσσεται στην γενικότερη ευρωπαϊκή και όχι μόνο, πολιτική εκμετάλλευσης του συνόλου σχεδόν της κοινωνίας από μερικές οικογένειες τραπεζιτών, πολιτικών και μεγαλομετόχων πολυεθνικών εταιριών και μέσων μαζικής ενημέρωσης. Με βάση αυτό το ουσιαστικό σε βαθμό επιβίωσης ή μη κριτήριο και τις σχετικές θέσεις των υποψήφιων κομμάτων, αυτά χωρίζονται στα μνημονιακά (σε αυτά θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τα κρυφομνημονιακά ΔΗΜΑΡ, Συνασπισμός Δημιουργία Ξανά και Οικολόγοι-Πράσινοι που δεν έχουν πάρει ξεκάθαρη θέση κατάργησης των μνημονίων) και τα αντιμνημονιακά.
Έτσι, εφόσον η επικράτηση της μιας ή της άλλης επιλογής θα επηρεάσει καθοριστικά τις ζωές όλων μας, ανάλογα σημαντικό ρόλο θα παίξει και η συμμετοχή ή η αποχή μας από τις εκλογές.
Επίσης, σημαντικό κριτήριο διαφοροποίησης επιλογής μεταξύ των υποψηφίων είναι η προηγούμενη συμμετοχή τους στην εξουσία, όπου αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται ποιών ο λόγος ισοδυναμεί με το ψέμα και η πράξη με την κλοπή και την εκμετάλλευση. Ακόμα και αν όλα τα πρόσωπα που συμμετείχαν σε προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν αποδειχτεί απατεώνες, υπάρχει και είναι προτιμότερη η επιλογή νεώτερων σχημάτων και υποψηφίων που φαίνονται εντιμότεροι και δεν είναι επιβεβαιωμένα ανέντιμοι, από μια αποχή που θα βοηθήσει να διατηρηθούν τα ίδια ασυνείδητα πρόσωπα στην εξουσία.
Ας σκεφτούμε εξάλλου πως αν η λογική της αποχής είχε επικρατήσει σε μεγαλύτερο βαθμό στις προηγούμενες εκλογές, τότε οι καταστρεπτικοί όροι του δευτέρου μνημονίου ήδη θα εφαρμόζονταν, ενώ εάν αντίθετα, η αποχή ήταν έστω και λίγο μικρότερη, με το εφαρμοζόμενο σύστημα της "ενισχυμένης" αναλογικής, το οποίο αφαιρεί τις 50 έδρες των μικρότερων κομμάτων και τις προσθέτει στο πρώτο, τα μνημόνια θα μπορούσαν να είναι ήδη παρελθόν.
Αλλά και σε αυτές τις εκλογές, η συμμετοχή, μας δίνει τη δυνατότητα να στρέψουμε σαν μπούμερανγκ ενάντια στο παρόν ολιγαρχικό και αντιλαϊκό καθεστώς τον απαράδεκτο, εντελώς αντιδημοκρατικό νόμο που προτίμησε να εφαρμόσει για να διατηρηθεί στην εξουσία.
Δυστυχώς όμως, παράλληλα, ο νόμος αυτός μετατρέπει τις εκλογές σε ένα δημοψήφισμα επιλογής μεταξύ των δύο πρώτων για την κάθε πλευρά κομμάτων: Της Νέας Δημοκρατίας για όσους επιθυμούν την εφαρμογή των μνημονίων ή του ΣΥΡΙΖΑ για όσους επιθυμούν την κατάργησή τους, με βάση το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών και τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις. Η ψήφος στα κόμματα που δεν θα περάσουν το 3% θα έχει πρακτικά το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό της αποχής καθώς αυτά δεν θα λάβουν έδρες ενώ η ψήφος στα υπόλοιπα κόμματα που θα ξεπεράσουν το 3% θα λειτουργήσει ενάντια στην ενίσχυση της μνημονιακής ή αντιμνημονιακής τους θέσης καθώς θα συντελέσει στην επιδότηση της αντίθετης στη δική τους θέση πλευράς, με τις 50 επιπλέον έδρες.
Για να γίνει κατανοητή η αξία της ψήφου στο πρώτο κόμμα της μνημονιακής ή της αντιμνημονιακής πλευράς ακόμα και αν διαφωνούμε σε μικρότερης σημασίας θέσεις του, ας υποτεθεί πως η μία πλευρά λαμβάνει συνολικά 101 έδρες στη βουλή και η άλλη 149. Τότε ο εφαρμοζόμενος νόμος επιδοτώντας με τις 50 έδρες που κλέβει από τα μικρά κόμματα, το πρώτο κόμμα, δίνει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης στην πλευρά που αυτό ανήκει, ακόμα κι αν είναι αυτή με τις 101 έδρες, αφού κατ' αυτό τον τρόπο θα τις αυξήσει σε 151.
Σε κάθε περίπτωση ακόμα και σε αυτές τις περιοριστικές σε επιλογές αλλά ιδιαίτερα κρίσιμες εκλογές, τίποτα δεν θα μας εμποδίσει, την επόμενη ημέρα των εκλογών, από την άσκηση κάθε άλλης ενέργειας, που θεωρούμε ότι συντελεί στις αλλαγές που επιθυμούμε, ακόμα και ενάντια σε μια κυβέρνηση, που προτιμήσαμε σαν την λιγότερο κακή διαθέσιμη επιλογή.
Καλή ψήφο και καλή λευτεριά!